Πριν από 20 χρόνια έβαλε σκοπό να «ξαναγράψει» την ιστορία της ελληνικής παροικίας της Σουηδίας
μέσα από τη συλλογή σπάνιων αντικειμένων, βιβλίων, νομισμάτων, χαρτών
και έργων τέχνης. Και σήμερα, που το δημιούργημά του, το Κέντρο
Ελληνικού Πολιτισμού Σουηδίας (ΚΕΠΣ) κινδυνεύει με λουκέτο «επειδή η
αρμόδια κρατική υπηρεσία έκοψε τη χρηματοδότηση», θυσιάζει τις οικονομίες μιας ζωής «για να μη χαθούν οι μνήμες και οι παραδόσεις μας».
Ερευνητής, παιδαγωγός και δημοσιογράφος, ο Ανδρέας Μπούκας
εγκαταστάθηκε στη Σουηδία το 1973. «Ηρθα στη Στοκχόλμη για σπουδές στο
πολυτεχνείο, αλλά γρήγορα στράφηκα στην εκπαίδευση και τη δημοσιογραφία.
Εκανα οικογένεια και ασχολήθηκα για λίγο με τα κοινά. Ευτυχώς τη
δεκαετία του '80 εγκατέλειψα οριστικά την πολιτική». Συνεργάστηκε με το Παιδαγωγικό Τμήμα του πανεπιστημίου της πόλης, άρχισε να αρθρογραφεί στον σουηδικό Τύπο και άνοιξε εκδοτικό οίκο που τυπώνει τα περιοδικά «Προβολές» και «Περγαμηνή».
Την
πατρίδα όμως δεν την ξέχασε ποτέ. «Εχω τόσους φίλους εκεί, συγγενείς...
Ταξιδεύω στην Ελλάδα τουλάχιστον τρεις φορές τον χρόνο και έχω
ιδιαίτερους δεσμούς με την Ηπειρο και τη Μακεδονία». Η ιδέα του για τη δημιουργία του ΚΕΠΣ γεννήθηκε το 1990. «Δεν άντεχα να βλέπω την ιστορία των Ελλήνων της Σουηδίας να καταλήγει στα σκουπίδια.
Στα τέλη του έτους έστειλα ένα γράμμα στην πρεσβεία και σε ένα ίδρυμα
που διέθετε χώρους που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν το εγχείρημα. Ανταπόκριση δεν υπήρξε, αλλά δεν έκανα πίσω. Το 1991 ξεκινήσαμε με τη βοήθεια κάποιων συλλογικών φορέων και μελών της παροικίας».
Στην πρώτη τριετία της ζωής του, το ίδρυμα Ελληνική Βιβλιοθήκη και Αρχείο Σουηδίας
-όπως ονομαζόταν το ΚΕΠΣ έως το 1994- στεγάστηκε σε ένα δωμάτιο του
σπιτιού του κ. Μπούκα και σε μία αίθουσα της Εργατικής Επιμορφωτικής
Ομοσπονδίας Σουηδίας. «Υστερα συμφωνήσαμε με τον δήμο Στοκχόλμης και το
Πολιτιστικό Συμβούλιο να μας καλύψουν τα έξοδα για τους χώρους και το
προσωπικό. Η συμφωνία όμως δεν τηρήθηκε. Παίρναμε χρήματα μόνο για τις εγκαταστάσεις και δουλεύαμε με εθελοντές».